Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Οταν η ελληνική ναυτιλία μπαίνει διστακτικά στον ατμό, το 1875

Οταν η ελληνική ναυτιλία μπαίνει διστακτικά στον ατμό, το 1875, το κέντρο της βρίσκεται στις Κυκλάδες. Οχτακόσια ιστιοφόρα είναι εγγεγραμμένα στη Σύρο, το ναυτιλιακό κέντρο του νέου ελληνικού κράτους, όπου το 1857 έχει ιδρυθεί και η πρώτη μετοχική και κρατικά επιδοτούμενη εταιρεία ατμοπλοϊκών γραμμών, η «Ελληνική Ατμοπλοΐα». Ακολουθούν η Σαντορίνη με εβδομήντα ποντοπόρα πλοία, η Ανδρος με σαράντα μεγάλα φορτηγά - όπως μας λέει η καθηγήτρια ναυτιλιακής ιστορίας, Τζελίνα Χαρλαύτη, στο επίμετρο του ανά χείρας θαλασσινού λευκώματος - η Μύκονος. Ισχυρός ο ελληνικός στόλος στα τέλη του 19ου αιώνα, παρ' όλες τις αντιξοότητες και τις καταστροφές, παραδοσιακή η ναυτοσύνη των Ελλήνων, ανύπαρκτα τα έργα υποδομής.

Φτιάχνονται σταδιακά και όσο επιτρέπουν οι καιροί. Η ιστορία τα τσακίζει στον 20ό αιώνα. Ξαναφτιάχνονται. Η γενέτειρα νήσος του, η Ανδρος, είναι για τον Ανδρέα Εμπειρίκο «θαλερά και αυροφίλητος», «η νήσος των θαλασσίων θρύλων και των πλουσίων σερμαγιών, η νήσος όπου ανθεί η λεμονέα, το γιασεμί και η ροδιά, όπου οι κυπάρισσοι δεν στέκουν απλώς ως σιωπηλοί φρουροί, αλλά λογχίζουν τον ουρανόν με περιπάθειαν, με ηδυπάθειαν, ως ένθεοι νεάνιδες ή κορυφαίαι αμαζόνες.» («Ο Μέγας Ανατολικός»). Τέσσερα τα λιμάνια της. Χώρα, Κόρθι, Μπατσί, Γαύριο, αλλά όπως και στα περισσότερα νησιά μεγάλο πλοίο δεν χωρά σε κανένα. Τα καράβια λοιπόν στέκουν «αρόδο»: ««όταν πλοίον τι παραμένει ολίγον έξωθεν λιμένος ή όρμου χωρίς να αγκυροβολήση…» (Λεξικόν Δημητράκου), επίρρημα αντίστοιχο των «αποσαλεύειν, […] κρατείν ή ανακωχεύειν έξωθεν λιμένος ή αγκυροβολίου προς βραχείας διαρκείας επικοινωνίαν μετά της ξηράς…»». Μένουν λοιπόν έξω από το λιμάνι τα μεγάλα καράβια. Για να φορτώσουν και να ξεφορτώσουν.

Μια «συνθήκη αναμονής» το αρόδο, λέει ο Γιάννης Μαμάης στην εισαγωγή του στο εξαιρετικό από κάθε άποψη φωτογραφικό αυτό λεύκωμα, το οποίο εξέδωσε ο Φιλοπρόοδος Ομιλος «Το Γαύριο» και προσπαθεί να συλλάβει την «ένταση των ρυθμών ζωής στο ξεκίνημα ή στο φθάσιμο». Στην Ανδρο και σ' όλα τα νησιά. ««Μια ανάσα» από τη χαρά ή τη λύπη». Ανάμεσα στο πλοίο και στο νησί, σ' αυτούς που έρχονται και σ' όσους τους περιμένουν, σε όσους φεύγουν και σε κείνους που τους κουνάνε το μαντίλι, οι βάρκες, οι λεμβούχοι. Οταν φτάνει το καράβι, αφήνουν το ψάρεμα, τα ζώα, τη γης. Κουβαλάνε ανθρώπους, ζώα, προμήθειες, εμπορεύματα στη στεριά ή στο πλοίο. Ορίζουν την αρχή και το τέλος του ταξιδιού. Μεσολαβούν. Συνδέουν. Στην πρώτη φωτογραφία του λευκώματος, και σ' άλλες στη συνέχεια, η λεζάντα αναφέρεται στην άφιξη του καραβιού, αλλά το καράβι δεν είναι μες στο κάδρο. Αφιξη και αναχώρηση σημαίνει πρώτα και κύρια βάρκες. Αδειες και καργαρισμένες. Και βέβαια βαρκάρηδες, που τις κουμαντάρουν στα εύκολα και στα δύσκολα, με πείσμα, με αγάπη για τη θάλασσα και τον τόπο, με αίσθηση του καθήκοντος και μπόλικο κέφι. Καράβια σημαίνει καρνάγια, σαν του Γαλαξειδιού και της Σύρας, μώλοι, λιμενεργάτες, αγκυροβόλια και αφρισμένα κύματα. Ολα όσα εικονίζονται στις φωτογραφίες.


Καράβια σημαίνει ταξίδια, φυγές και γυρισμούς, που ως εκ της φύσεώς της η φωτογραφία μόνο αποσπασματικά αιχμαλωτίζει. Γιατί η δική της αιωνιότητα έχει να κάνει με τη ματιά του θεατή στην «παγωμένη» στιγμή, στο στιγμιότυπο, κι όχι με τη διάρκεια καθαυτήν του γεγονότος. Ταξίδια λοιπόν τόσο αλλιώτικα από τα σημερινά. Είκοσι ώρες Ανδρος-Πειραιάς. Βρώμικο το κατάστρωμα - και τι να σου κάνουν τα λεμονάκια των γυναικών, κι ας είναι απ' τα ξακουστά τα ανδριώτικα. Ως την Κεντρική Ευρώπη και την Οδησσό έφτανε η χάρη τους, μας λέει ο Μαμάης, κι οι Εμπειρίκοι με λεμόνια ξεκίνησαν την εφοπλιστική τους δραστηριότητα, τα κουβαλούσαν απέναντι στη Σμύρνη. Δύσκολα ταξίδια. Κι επικίνδυνα. Φουρτούνες. Ναυάγια. Εξού και τα αναρίθμητα εκκλησάκια στα ελληνικά νησιά. Στη δεκαετία του '60 εμφανίζονται τα οχηματαγωγά, όλα αλλάζουν.

Το «Ελενα Π.» πιάνει το 1965 στο Μπατσί. Τέλος εποχής, όριο χρονικό και του λευκώματος. «Αρόδο. Λιμάνια, Πορθμεία και Βαρκάρηδες της Ανδρου. [Αρχές 20ού αι. - 1965]» Bilingual edition. Πρόλογος: Δημήτρης Ι. Κυρτάτας. Εισαγωγή-επιμέλεια: Γιάννης Σ. Μαμάης. Επίμετρο Τζελίνα Χαρλαύτη. Εκδ. Φιλοπρόοδος Ομιλος «Το Γαύριο». Η φωτογραφία ανακαλεί εικόνες, μυρωδιές, βιώματα Η φωτογραφική αυτή συλλογή, που καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, ξεκίνησε από το μεράκι του Γιάννη Μαμάη, αλλά στηρίχτηκε στο κέφι και τη συμμετοχή πολλών Ανδριωτών, εντός και εκτός του Ομίλου. Οι φωτογραφίες εκτέθηκαν πρώτα στην Ανδρο κι ύστερα στην Αθήνα και σήμερα παραδίδονται στο ευρύ κοινό. Μια «φέτα ζωής» φιλοδοξεί να αναπαραστήσει η παρούσα συλλογή, που δεν υπάρχει πια. Καταδεικνύοντας παράλληλα τη ραγδαία εξέλιξη, την ταχύτητα των αλλαγών. Ιστορική μαρτυρία και πολιτισμικό, ανθρωπογεωγραφικό τεκμήριο μιας χώρας θαλασσινής που αλλάζει κι ίδια μένει. Οι φωτογραφίες όμως λειτουργούν και συναισθηματικά, και αισθητικά.

Απευθύνονται στον καθέναν χωριστά, τις προσεγγίζουμε, όπως λέει ο Ρολάν Μπαρτ, σε δύο επίπεδα. Το πρώτο εμπίπτει στο «αρέσκειν», είναι το studium - «το ευρύτατο πεδίο της νωχελικής επιθυμίας, του ποικίλου ενδιαφέροντος, του άστατου γούστου: μ' αρέσει δεν μ' αρέσει, I like, I don't». Το δεύτερο είναι το punctum, το νύγμα: «το punctum μιας φωτογραφίας, είναι το τυχαίο που, από μόνο του, με κεντά (αλλά και με μελανιάζει, με πονά)». Γιατί η φωτογραφία δεν ζωντανεύει το παρελθόν. Ανακαλεί δίκτυα συνειρμών που παράγουν υποκειμενικές ερμηνείες, φέρνει πίσω εικόνες, μυρωδιές, μέσα από τα τοπία αναδύονται πρόσωπα και βιώματα, ανακύπτουν ή επανέρχονται ερωτήματα υπαρξιακά. Η φωτογραφία ανασημασιοδοτεί το παρόν και προβάλλει το μέλλον, την απόσυρση και την απουσία αυτού που σήμερα υπάρχει - κατ' αναλογίαν προς «αυτό που κάποτε υπήρξε» και εγγράφηκε στο φιλμ. Υλοποιεί το αίσθημα και την επιθυμία. Ή όπως λέει ο Ανδρέας Εμπειρίκος στο

«Φωτοφράκτη» «Οκτάνα» Ορθρος η ώρα η πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία, με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ενας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαισίας. Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντο χορό ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης επιθυμίας.]
Η ΠΗΓΗ ΕΓΩ ΜΟΝΟ ΕΒΑΛΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ 
 Eνα φωτογραφικό λεύκωμα για μιαν άλλη εποχή, σε μιαν άλλη Ελλάδα, τότε που το ταξίδι Ανδρος - Πειραιάς διαρκούσε 20 ώρες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια σας είναι ελεύθερα